Έσυρα το κορμί μου ως εδώ

Έσυρα το κορμί μου ως εδώ,

στην σιδερένια εξώπορτα τυλίγομαι χτυπώ.

Τρείς να ναι οι φορές και προχωρώ

θαρρείς λυγώ;

σ' εκλιπαρώ...

Στον δίπατο ναό σου, 

στην μύησή σου, 

χοροστατώ.

Τρείς να ναι οι φορές.

Σαθρά θεμέλια, κίονες και αμφορείς και συ μπορείς ν' αναστηθείς.

Πανόπτης δίκαιος, ο κραταίος αχρείαστος Θεός.

Μάτια στο πάτωμα και ωδές, 

κραυγές,

ότι έχω χάσει από καιρό, μέτωπο υγρό και προσευχές.

Θεού πνοή, σκόνη χρυσή, θεία μετάληψη και συ Άγιο Καλάσνικοφ κρατάς και μ' ευλογείς,

οδυνολάτρης,

ξεδιψάς,

 με τάματα σκούρες ψυχές.

Τρείς να ναι οι φορές,

χτυπώ σωστά για να σωθώ,

στον Έναν,

 τον χλωμό Θεό,

θανατηφόρο ηγήτορα,

που λησμονεί με επιμονή,

 το τρίτο χτύπημα και ότι στην σιδερένια εξώπορτα συρθεί.

Πόσο απέχει η ευτυχία, αγαπητέ;

 Πόσο απέχει η Ευτυχία, αγαπητέ;

δυο στενά στα δεξιά, δυο ορόφους στην ευθεία.

Πόσο απέχει η ευτυχία, αγαπητέ;

με λίγα ευρώ, με λίγο αλμύρα και νερό,

και συ μπορείς να ευτυχίσεις.

Δυο στενά απ την άνοιξη δεν είναι να λυπάσαι.

Πόσο αντέχει η ευτυχία, αγαπητέ;

πέντε λεπτά, μια μέρα και μια αιωνιότητα,

ακόμα.

Στιγμή λιγότερο απ όσο πρέπει.

Πόσο αντέχει η ευτυχία, αγαπητέ;

Διαμάντια έταζες και κάρβουνα προσφέρεις.

Τι χρώμα έχει η ευτυχία, αγαπητέ;

Την έχεις δει από κοντά, την ξέρεις πιο καλά απ τον καθένα.

Τι χρώμα έχει η ευτυχία, αγαπητέ;

κόκκινο στιλπνό, λευκό προκλητικό ή τ ο λαδί το ζοφερό;

Κι άλλο αλάτι κι άλλο νερό, και θα σε λυπηθεί.

Γιατί ρωτάς για την ευτυχία, αγαπητέ;

Μη σέρνεσαι στις ιερές γιορτές σκουλήκι.

Δυο στενά απ την ευτυχια,

ανδρώσου, είναι η ώρα.

Ποιος την κρατά την ευτυχία, αγαπητέ;

 Ο John, λαθραίος μικροπωλητής από την Νιγηρία.


Εχασα την μπαλα

Η ωρα ειναι δυο και κατι τα ξημερωματα και γω σηκωθηκα πριν λιγα λεπτα απο εναν εφιαλτη. Ημουν Βασιλιας σε καποιο βασίλειο μακρυνο, καπου με χιονια, αν κρινω απο την χοντρη Βυζαντινου τυπου πορφυρη μπερτα που φορουσα. Ημουν παντοδυναμος λεει και ο κοσμος με θεωρουσε πολυ δικαιο γιατι μου ζητουσαν την γνωμη για οτιδηποτε. Με μια κουβεντα μου ολοι υπακουαν, μονο που ειχα εναν πολυ παραδοξο τροπο να επικυρώνω τις αποφασεις μου. Ειχα ενα μπαλακι και καθε φορα που διεταζα κατι το πετουσα σε εναν τοιχο απεναντι μου και μολις αυτο επεστρεφε η αποφαση μου ηταν και διαταγη. Ολα περνουσαν απο μενα και ειχα πολλες και ομορφες γυναικες και δοξα και δυναμη, ωσπου καποια στιγμη εμφανιστηκε η κορη μου και με ρωτησε γιατι χωρησα με την μητερα της. Μη ξεροντας τι να πω αρχισα να πεταω το μπαλακι στον τοιχο μηπως και μου ρθει η απαντηση αλλα καθε φορα το μπαλακι δεν γυρνουσε πισω. Η κορη μου επεμενε και εγω πετουσα καθε φορα αλλο μπαλακι με το ιδιο αποτελεσμα, να μην γυρναει ποτε πισω. Εφιαλτης ή οντως εχω χασει την μπαλα;

Αγαπη καλοκαιρι

Θυμαρι μες στις τσεπες σου και πευκο στον λαιμο σου,

κι αλμυρα απλωνεις στα μαλλια με το 'να σου το χερι,

ο ηλιος και ενας τζιτζικας σκοπους σιγοσφυριζουν,

σκοπους λυγμους, σαν και αυτους νεραιδες που κοιμιζουν,

μελωνουν και μαγευονται, σκορπιζουνε στ' αγερι,

δυο τρεις γουλιες γλυκο κρασι κι αυτο το μεσημερι,

δισκος χρυσος με κερασε απ τα καυτα φιλια σου

παντου μυριζει γιασεμι,

 κι οπου σταθεις κυλω μαζι στην λαγνα αγκαλια σου.

Σταυροδρομια μαγικα

Σε σταυροδρομια τριστρατα μη βγεις πριν ξημερωσει

οι νυμφες και τα ξωτικα σου στεινουνε καρτερι.

κλεβουν τη γλυκα του ερωτα κι αφηνουν την συνηθεια.

Θαρρεις πως αμα δεν τους δεις,

δεν σ ακουμπουν τα μαγια;

Μα δεν σου ετειχε ποτε να αλλαζεις την ζωη σου

για ενα χαδι για ενα φιλι για μια ματια και μονο;

Με ληθη θα τιμωρηθεις, με μια αιωνια διψα,

για της αγαπης το πιοτο, το νεκταρ των αγγελων.

Θ αγαπηθεις πολλες φορες, οσες κι η τιμωρια

μα να μπορεσεις να αγαπας ειναι η ευλογια.

Αποψε ξυπνησα κακος . . .

Αποψε ξυπνησα κακος,οπως με παει ο καιρος

χωρις φωνη, με λιγο φως, αποψε ξυπνησα κακος.

Απο εναν υπνο πως και πως, σταγονα σαλιο ο λαιμος

ανημπορος μα πιο κακος,οπως ξυπναει καθε φτωχος.

Στυγνος και αντιδραστικος και στην αγαπη αλλεργικος

ποσο πονω που ειμαι αλλιως,καθε λεπτο και πιο κακος.

Αποψε ξυπνησα κακος οπως κι ο ιδιος ο θεος,

κι αν ειμαι ακομα ζωντανος,ειναι που ξυπνησα κακος. 

Μαγικη εικονα

Σαν μουλιασμενα χερια απ τον καιρο,μες στο νερο,

σαν τις κρυψωνες των παιδιων,τις νοερες,

μπροστα στα ματια σου αορατος θαρρω πως ειμαι.

Κι οταν γελας και γω γελω

και μες στο δακρυ σου κυλω,

και αιμορραγώ στις προσταγες του νοσηρου μυαλου μου,

τις θυμισες τις φονικες.

Μια ζωη αναζητω την αγκαλια, τον ίλιγγο και την ανατριχίλα

κι αν τα ζησα καποια στιγμη,ονειρο θα ναι μακρινό

σαν σύννεφο στον ουρανο,

σαν μαγικη εικονα.

Στην μια ματια κορη γυμνη΄

την αλλη νησο ερημικη

και οτι οριζει η ψυχη στα ματια δινει εντολη και σύννεφο το κανει.

Ο θανατος του ενος θεου

Στα γκρεμνια βλεφαρα,αστροβολες

στα σκορπια ονειρα,στις μωβ σκιες,

σε αγαπω.

Σε αφτερους αγγελους,στης φυσης του τον γριφο σε ζητω,

και σ'αγαπω που αγαπω!

Στα ξεθωρα φεγγαρια που μετρω,

στις ανυποφορες σιωπες,

λιβανι,ασημι και βροντες,

κλεμμενοι καλπικοι χρησμοι,

με ξεγελουν,και να!

γελουν.

Του παραδεισου το ερπετο το ιερο,

το πονηρο,

φλογα που σπάταλα σκορπας,

για μια ζωη,

παντου εγω,

φιδι και συ,

στην προαιωνια προσταγη πισογυρνω και προσπερνω την θεια οσμη,

και γω τυφλος,

θειαφι και φως,

στα αφροκυματα πενθω,

στις λογχες ζω,

πετρωσε η σταχτη του κακου,

αγαπη, ο θανατος του ενος θεου!

Γεμισα το καλαθι μου με σφαλματα και λαθη μου.

Τα σφαλματα μου θα μαζεψω και θα τα κανω χρυσο

θα μαζεψω και τους φοβους μου τους σκοτεινους

και θα τους κανω ρουμπινια ματωμενα

σπαταλος δεν θα φανω και πυργους θα σηκωσω,

σμαραγδενιους,στιβαζοντας τις σκεψεις τις κακες

τη μια πανω στην αλλη.

Την απληστια μου θα καλοπιασω,και στα ονειρα μου,

στα λευκα μου τα σεντονια,

τα δαντελωτα,θα απλωσω τους θησαυρους μου τους παραμυθενιους.

Πιο πλουσιος εκλιπαρω για λαθη πιο μεγαλα,τι ηδονη να παραβγω βεζυριδες κι αγαδες

αμυθητα τα πλουτη μου, σεντουκια με παραδες.

Το μυστικό.

.Μη μαραζωνεις νυχτα μου,που χαθηκαν τ'αστερια

υπαρχουν κι ας μη τα θωρρεις,μα καπου αλλου φωτιζουν.

τα ροδα κι αν δεν ανθισαν η ανοιξη θα ερθει.

Στους κατω κοσμους κυλισα για να σε συναντησω,

τις μαχες μου τις εδωσα με ανημερα θηρια,

σε τοπους ανυδρους, στυγνους, ερμαιο στην ματια σου

μα ησουν διαφανη ψυχη,αναλαφρος πουνεντες,

σε σηκωσε και σε εστειλε στις φτερες,στα ζουμπουλια.

Στης τραπουλας το μοιρασμα ποιος απ τους δυο φταιει

Σ οποιον στραβα τα μοιρασε να ριξω την ευθυνη,

ή εχω εγω το φταιξιμο που βιαστηκα να κοψω.

Ποιο μυστικο να σου ΄πανε οι αγγελοι του πονου

και ο ποθος που μου ριζωσες για μία μαχαιρια σου,

να ειναι ποθος δυνατος,καυτος σαν τα φιλια σου.